Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

3 Το κομμάτι και μια συνομιλια...

Συνήθως τετοια μέρα (Μ.Σαββατο) στις τηλεορασεις παίζουν εικόνες απο την Κερκυρα με το έθιμο της κανάτας που σπανε στα σοκάκια οι ντόπιοι μετα την πρωτη ανάσταση υπό τους ήχους της φιλαρμονικής.
Αυτό το έθιμο είναι καθαρά επτανησιακό και στο νησί εμείς το ξέρουμε ως το "κομμάτι".

Το Μεγάλο Σάββατο, νωρίς, το πρωί, οι γυναίκες βγαίνουν στο παράθυρο και «ρίχνουν το κομμάτι» στο δρόμο. Πετούν δηλαδή ένα πήλινο αγγείο, πιάτο, λαγήνι, μπότη και στην ανάγκη ένα κεραμίδι ή κάτι γυάλινο - γενικά ένα εύθραυστο δοχείο που γίνεται κομμάτια. Τα συντρίμμια του σκεύους δεν κάνει να τα μαζέψουν την ίδια μέρα. Το κομμάτι -λέει η παράδοση- το ρίχνουν για να 
σπάσει η θλίψη, η ησυχία και το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας. Ύστερα, με το χτύπημα της καμπάνας, βγαίνει η Φιλαρμονική στουςκεντρικούς δρόμους της πόλης και παίζει εμβατήρια.Έτσι ο ήχος της μουσικής ανακατεύεται με τον, καθόλου μουσικό αλλά χαρούμενο, κρότο των δοχείων που κομματιάζονται
.


Αυτή είναι η πιο ζωντανή μου μνήμη απο το Πάσχα στο νησί.Να δες και αποσπάσματα απο περσι.






Επίσης βρήκα και παραθέτω στο Blog του συμπατριωτη μας δημοσιογράφου της εφημεριδας τα ΝΕΑ κ. Ηλία Π. Γεωργάκη το εξής απόσπασμα που έχει να κάνει με αυθεντικό διάλογο παλιών Λευκαδίτισσων το πρωί του Μ.Σαββάτου σε κάποιο σοκάκι της πόλης.
Τίτλος του "Το κομμάτι"  απο το βιβλίο του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου),  με τίτλο "Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε"(Οι συνομιλήτριες είναι 2 ,μια νεα και μια μεγαλύτερης ηλικίας και η γλώσσα είναι η τοπική διάλεκτος με όλους τους ιδιωματισμούς της-τα γνωστα και ως αρχαια Λευκαδίτικα):


- Δε μ’ λες, μωρ’ θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα
χαμπέρι;
- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;

 - Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π’ σάρωνα, μου κάστ’κε ότ’ άκ’σα τη μουζ’κή.
- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ’ τσ’ εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ’ς. Δε μ’ λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ’ άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;
- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν’κοκύρ’ μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ’σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ’νε οι Αγγλογάλλ’». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ’χωρέσει.
- Μπα, μαρή κοπέλα μ’. Δε μ’ λες κάνε, τ’ αρνί σας το σφάξατε;
- Μπαααα, θειά μ’. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ’ ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ’ς, με το ν’κοκύρ’ μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!
- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ’ Αργύρ’ και ξεντριγάρ’σα.
- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να ‘στενε καλά. Δε μ’ λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ’ς. Τι πράμα είν’ αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ’, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ’κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ’ «διάνα» κι οι ν’κοκυράδες, απ’ όπ’ βρεθούνε, να τσακίζ’νε στσου δρόμ’ς ότ’ παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ’ πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;
- Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ’ς να ‘ναι; Έτσ’ τα ‘βραμε απ’ τσου παλιότερους, έτσ’ τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π’ τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ’ς, ο νόντσολος τ’ Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ – πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ’ς τα στ’μάρ’ζε πλειότερο απ’ τσου τωρινούς και μάλ’στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ’μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ’κή στο παζάρ’ απ’ τα Χάβρ’κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ’ το τσαγκάρ’κό του ο Γιώργ’ς ο Κράλ’ς, Θεός σχωρέστονε κι απ’θώνει καταμεσίς του δρόμ’ ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ’ν αλ’φή απόξ’, ξέρ’ς μαρή, π’ βάν’νε το λάδ’, μ’ ένα φ’τίλ’ απάν’ στη μσ’ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ’νε οι μουζ’κάντ’δες, σκιαχτήκανε και το βάν’νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ’νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ’ άλλο ο μακαρίτ’ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ’ρώτος, π’ τσόκανε το «δάσκαλο».
- Έτσ’ λ’πόν! . Και δε μ’ λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να ‘τ’μάσεις;
- Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ’, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ’ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ’ν άλλ’ τ’ αρνί ψ’μένο. Αυτά. Τα ξέρ’ς. Δε (ν)τα ξέρ’ς τώρα;.
- Θα (ν)το ψήσ’τε στο σουβλί;
- Ναίσκε, μαρή. Όξ’ στ’ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ’νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ’ κάν’με, από έσπαλε. Θέλ’νε, βλέπ’ς, άμα το σ’κών’νε, να ρίχν’νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα’ χρόνου. Το δ’κό σας θα (ν)το βάλ’τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ’κόνε σου, τ’ απολιώρα, πόφερν’ αποκλάδια.
- Τι να κάμ’με, θειά μου; Είμαστε βλέπ’ς κι οι δύο κονκασάδοι.
- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;
- Εδεδώ στ’ (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ’ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν’ αποσώσω κάτ’ δ’λειές που τ’ς έχω στ’ μέση, μη (μ)πάει κι έρτ’ ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ’χο τ’ αρνί. 
– Τότενες, γεια σ’ μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.
- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ’ φαμελιά σου. 


Καπως ετσι μοιάζαν και οι διάλογοι της γιαγιάς με τις γειτόνισσες οσο θυμάμαι ,με μας τα παιδιά να κάνουμε πλάκα  στους γονείς μας ζητώντας δώρο λεξικό για να καταλαβαίνουμε  ολες τις κουβέντες των γυναικών.Αυτό το ιδίωμα εχει εκλείψει (σε κάτι χωριά μόνο αν το απαντήσει κανείς).Είχε όμως το γούστο του και σήμερα κάτι τετοιες καταγραφές μας γυρνάνε σε κεινα τα χρόνια της αθωώτητας πάλι...


Καλή Ανάσταση σε όλους και ότι επιθυμείτε ,προπάντως με υγεια -και για όλα τ 'αλλα θα την βρούμε την άκρη!

3 σχόλια:

kovo voltes... είπε...

Να σπάσει η θλίψη...Πώς μ'αρέσει αυτό το ξόρκι! Να πιάσει για όλους μας εύχομαι διαβολομαγειράκο μου!
*Κέρκυρα λοιπόν? Τρελός ε?? ;))

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Είσαι απίστευτος!
Καλή Ανάσταση στις προσδοκίες σου!
Με πολύ αγάπη!!!!!!!

ασωτος γιος είπε...

λευκαδα ενας απο τους επομενους πασχαλινους προορισμους σιγουρα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Από το Blogger.